«Και στα θροΐσματα των φυλλωμάτων, στοιχειά μονολογούν»

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Δευτέρα, 27 Ιούλιος 2026 13:10 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Και στα θροΐσματα των φυλλωμάτων, στοιχειά μονολογούν»

(συνέχεια από το προηγούμενο)

«Εδώ, κορίτσι μου, όποιος πέθαινε άδικα, χωρίς αιτία, δεν έβρισκε γαλήνη. Βρικολάκιαζε και γύριζε στον κόσμο με τη μορφή σκύλου: μεγαλόσωμου, με τεράστιο κεφάλι και στόμα, χωρίς ουρά. Γινόταν στοιχειό. Και περιφερόταν στις ρίζες των αιωνόβιων πουρναριών του Αγίου Πολυκάρπου, στα πουρνάρια και στο σφεντάμι του Αγίου Ιωάννη στο Χαλικωτό, καθώς και γύρω από τον Άγιο Γεώργιο στη Χλέβενα».

Θυμήθηκα τις ιστορίες που άκουσα μερικά βράδια πριν. Μιλούσαν για φονικά και πως η ψυχή των αδικοχαμένων που παρέμενε στον κόσμο των ζωντανών έπαιρνε άλλη μορφή αν είχαν σφαγιαστεί από Τούρκους ή άλλους βαρβάρους. Αυτοί οι αδικοχαμένοι εμφανίζονταν ως γιγαντόσωμοι άνθρωποι ή ως ταύροι με μεγάλο κεφάλι και πελώρια κέρατα, τα μεγάλα στοιχειά. Ένας τέτοιος ταύρος λεγόταν πως παρουσιαζόταν στα πουρνάρια που είχαν φυτρώσει πάνω στα ερείπια του Αγίου Νικολάου, χαμηλότερα από τον Άγιο Πολύκαρπο, δίπλα στον δρόμο προς τον Άγιο Κωνσταντίνο και τα Χαλικωτά. Άλλοι έλεγαν πως τον είχαν δει και άλλοι πως άκουγαν μόνο το μουγκρητό του μέσα στη νύχτα.

«Ταύρο έλεγαν ότι είχαν και στην Πλατάνα και στον Σταυρό», μου είπε. «Εκεί κοντά στα ερείπια των παλιών εκκλησιών. Μόνο που εκείνα τα στοιχειά άλλαζαν μορφή. Άλλοτε τα έβλεπαν σαν ταύρο κι άλλοτε σαν σκύλο. Το ίδιο πράγμα δεν παρουσιαζόταν πάντα με το ίδιο πρόσωπο».

Θυμήθηκα τότε κάτι που διάβασα στο βιβλίο «Η Αγόριανη του θρύλου και της παράδοσης» του Σταύρου Ν. Χριστοδουλάκη. Αφορούσε έναν γιγαντόσωμο ένοπλο άντρα, ντυμένο με φουστανέλα, που συνοδευόταν από δύο άντρες κανονικού αναστήματος και δυο-τρία σκυλιά. Ξεκινούσαν από τον ερειπωμένο Άγιο Κωνσταντίνο, περνούσαν από τον Άγιο Νικόλαο και τις πηγές Πλατάνα και Αρχοντή και ανέβαιναν προς τη σπηλιά κάτω από τον βράχο. Όταν έφθαναν εκεί, ακούγονταν φωνές και πυροβολισμοί.

«Και οι γιγαντόσωμοι άνθρωποι;» τη ρώτησα. Το πρόσωπό της φωτίστηκε.

«Αυτοί ήταν τρεις. Ο ένας θεόρατος και οι άλλοι δύο κανονικοί. Ξεκινούσαν από τον Άγιο Κωνσταντίνο, που τότε ήταν ερειπωμένος, και περνούσαν από τον Άγιο Νικόλαο, την Πλατάνα και την πηγή του Αρχοντή. Φορούσαν φουστανέλες, είχαν όπλα και τους ακολουθούσαν δυο-τρία σκυλιά. Ανέβαιναν προς τη σπηλιά του Αρχοντή, κάτω από τον βράχο. Κι όταν έφταναν εκεί, ακούγονταν φωνές και πυροβολισμοί».

«Τους είχαν δει;»

«Έτσι έλεγαν. Μπορεί να ήταν άνθρωποι που είχαν σφαχτεί και ξαναζούσαν κάθε βράδυ την τελευταία τους πορεία. Μπορεί να φύλαγαν κάτι στη σπηλιά. Οι παλιοί δεν συμφωνούσαν. Μα κανείς δεν πλησίαζε να μάθει».

Σε άλλες αφηγήσεις, η πηγή του Αρχοντή είχε το δικό της στοιχειό, ένα μεγάλο μαλλιαρό σκυλί που μουγκρίζει σαν βόδι. Το πλάσμα κινούνταν σε ολόκληρο το μήκος του κεντρικού δρόμου του χωριού, μουγκρίζοντας αδιάκοπα μέσα στη νύχτα, ώσπου κατέληγε στο νεκροταφείο και χανόταν. Η εμφάνισή του θεωρούνταν προμήνυμα θανάτου. Όταν το άκουγαν, οι κάτοικοι περίμεναν πως κάποιος από το χωριό θα πέθαινε σύντομα. Κι επειδή σε μια μικρή κοινότητα ο θάνατος αργά ή γρήγορα ερχόταν, το προμήνυμα σχεδόν πάντα επαληθευόταν.

Η γειτόνισσα έσκυψε περισσότερο προς το μέρος μου. «Υπήρχε κι ένα άλλο ζώο, πιο παράξενο. Η Λαγωνίκα». Το όνομά του ακουγόταν σχεδόν αθώο, μα η περιγραφή του δεν ήταν. Στον δρόμο προς τη Φουμποβόλακκα, σε μια μικρή εσοχή βράχου που οι κάτοικοι αποκαλούσαν «σπηλούλα», κρυβόταν, σύμφωνα με την παράδοση, ένα ζώο με μακρύ και λεπτό σώμα, πολύ κοντά πόδια, μικρό κεφάλι, μακρύ ρύγχος και κοντή ουρά. Εμφανιζόταν τα μεσάνυχτα και περίμενε ώσπου να περάσει κάποιος διαβάτης. Τότε πηδούσε ξαφνικά μπροστά του και εξαφανιζόταν προτού εκείνος προλάβει να καταλάβει τι είχε δει.

«Ο πατέρας μου έλεγε πως την είχε συναντήσει νέος», είπε η γυναίκα. «Πέρασε μπροστά του σαν σκιά. Δεν ήξερε αν ήταν σκυλί, κουνάβι ή κάτι άλλο. Μόνο πως ήταν χαμηλό, μακρύ και γρήγορο. Άλλοι την έλεγαν λαγωνικό, άλλοι χαμοδράκι. Μπορεί να ήταν το σμερδάκι που λέγανε σε άλλα μέρη. Όμως εδώ ήταν η Λαγωνίκα. Κι όταν ένα πλάσμα αποκτά όνομα, παύει να είναι απλώς ζώο».

Αυτό ήταν αλήθεια. Το όνομα χαρίζει υπόσταση στον φόβο. Από τη στιγμή που ένα ανεξήγητο σχήμα μέσα στη νύχτα ονομαστεί, μπορεί πλέον να περιγραφεί, να κατοικήσει σε έναν συγκεκριμένο βράχο, να περιμένει τους περαστικούς και να μεταδοθεί στους επόμενους. Η Λαγωνίκα ίσως υπήρξε κάποιο απολύτως πραγματικό ζώο, παραμορφωμένο από το σκοτάδι και την ταραχή.

«Το πιο τρομερό πάντως ήταν ο Αράπης», είπε τότε η γειτόνισσα.

Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κοντά στην πηγή, εμφανιζόταν παλαιότερα ένα θεόρατο μαύρο ζώο με σώμα βουβαλιού και κεφάλι λιονταριού. Το αποκαλούσαν Αράπη. Το είχαν δει, έλεγαν, πολύ πριν χτιστεί εκεί η εκκλησία. Μετά την ανέγερσή της, λίγο πριν από το 1900, δεν εμφανίστηκε ξανά. Η ιερότητα του ναού είχε, κατά την αντίληψη των κατοίκων, εξαγνίσει τον τόπο και διώξει το πλάσμα. Η μορφή του Αράπη απαντά σε πολλές ελληνικές παραδόσεις. Συνδέεται άλλοτε με Σαρακηνούς πειρατές, που με το πέρασμα των αιώνων μετατράπηκαν σε δαιμονικά όντα, και άλλοτε με φύλακες κρυμμένων θησαυρών. Σε ορισμένες ιστορίες κατοικεί μέσα στα σπίτια και προστατεύει τους ενοίκους· σε άλλες προκαλεί συμφορές. Στην Αγόριανη είχε τη μορφή ενός ζώου τόσο παράταιρου, ώστε έμοιαζε να έχει συναρμολογηθεί από τα πιο δυνατά και φοβερά πλάσματα που γνώριζαν οι άνθρωποι: το σώμα του βουβαλιού και το κεφάλι του λιονταριού.

«Και γιατί έφυγε όταν χτίστηκε η εκκλησία;»

«Γιατί εκεί όπου μπαίνει άγιος δεν μπορεί να σταθεί στοιχειό», απάντησε με βεβαιότητα. «Γι’ αυτό έχτιζαν συχνά ξωκλήσια σε μέρη όπου έβλεπαν παράξενα πράγματα. Δεν ήταν μόνο για να προσεύχονται. Ήταν και για να ημερεύει ο τόπος».

Για λίγη ώρα δεν μιλήσαμε. Η πλατεία είχε αρχίσει ν’ αδειάζει. Μερικοί από τους συγγενείς του κυρ-Θανάση σηκώθηκαν για να επιστρέψουν στο σπίτι, ενώ οι ηλικιωμένοι παρέμεναν στα τραπέζια, ολοκληρώνοντας αργά τον καφέ ή το τσίπουρό τους. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά, μα κάτω από τον πλάτανο εξακολουθούσε να κάνει δροσιά. Το αδέσποτο σκυλί δεν ήταν πια στη θέση του. Το αναζήτησα στην πλατεία και το είδα αρκετά μακριά, στην αρχή του δρόμου που οδηγούσε προς τον Άγιο Πολύκαρπο. Προχωρούσε αργά, με το κεφάλι χαμηλωμένο. Από εκεί όπου στεκόμουν δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά την ουρά του. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως δεν είχε καθόλου.

«Πού πάει;» ρώτησα.

Η γειτόνισσα ακολούθησε το βλέμμα μου. Δεν απάντησε αμέσως. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο στήθος και κοίταξε το ζώο ώσπου χάθηκε πίσω από την πρώτη στροφή.

«Εκεί που πηγαίνουν όλα τα αδέσποτα», είπε τελικά. «Ή εκεί που γύριζαν οι αδικοσκοτωμένοι. Εσύ διάλεξε τι θέλεις να πιστέψεις».

Στον γυρισμό πέρασα πάλι έξω από το σπίτι του κυρ-Θανάση. Η αυλόπορτα ήταν ανοιχτή, αλλά το σπίτι είχε αλλάξει. Το προηγούμενο βράδυ έσφυζε από κόσμο, κεριά, λιβάνι και προσευχές. Τώρα έμοιαζε ξαφνικά άδειο, σαν να είχε φύγει μαζί με τον νεκρό και κάτι από τη ζωντάνια του. Στο πέτρινο πεζούλι, δίπλα στον φούρνο, υπήρχε ένα μικρό μπολ με νερό. Στάθηκα για λίγο και αφουγκράστηκα.

Δεν άκουσα βήματα μέσα στο σπίτι, ούτε χτυπήματα στους τοίχους. Κανένα σακί με αλεύρι δεν έτριζε και κανένα πιθάρι δεν άδειαζε μόνο του. Από τον δρόμο δεν ερχόταν γρύλισμα, μουγκρητό ή πυροβολισμός. Η Αγόριανη ήταν λουσμένη στο μεσημεριάτικο φως και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ταράξει την ησυχία της.

Κι όμως, από τότε, κάθε φορά που περνώ δίπλα στα αιωνόβια πουρνάρια ή στέκομαι στις πηγές της Πλατάνας και του Αρχοντή, νιώθω σαν ο τόπος να κρατά ακόμη μέσα του τις σκιές εκείνων που πέρασαν. Σαν να ξέρει πολλά περισσότερα απ’ όσα παραδέχονται οι κάτοικοί του. Δεν έχει σημασία αν ο Άγιος Γεώργιος χτίστηκε για να διώξει τον Αράπη ή αν ο θρύλος γεννήθηκε αργότερα. Οι θρύλοι δεν γεννιούνται για να εξηγήσουν το παρελθόν, γεννιούνται για να μη χαθεί η μνήμη του. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που τους αφηγούνται, ο τόπος τις ακούει και τις φυλά στις ρίζες των δέντρων μέχρι να ανέβουν στα φυλλώματα και να ελευθερωθούν. Οι παλιές ιστορίες συνεχίζουν να επιβιώνουν στα θροΐσματα.

Η διαμονή μου στην Αγόριανη έφτασε στο τέλος της και την αποχαιρέτησα γεμάτη ιστορίες που ήδη τις ένιωθα ν’ ανυπομονούν ν’ αποδράσουν από το μυαλό μου στο χαρτί. Περπατώντας προς το αυτοκίνητό μου, άκουσα ένα χαμηλό γρύλισμα. Γύρισα απότομα. Ο δρόμος ήταν άδειος. Μόνο τα φύλλα ενός παλιού πουρναριού κινούνταν ελαφρά, παρότι εκείνη τη στιγμή δεν φυσούσε καθόλου. Μπήκα στο αμάξι και έβαλα αμέσως μπροστά, με τα λόγια της γειτόνισσας ν’ αντηχούν στο νου μου. «Δεν έχει σημασία αν πιστεύεις ή όχι στα στοιχειά, φρόντισε όμως να μην καταλάβουν πως τα είδες…».

Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.

Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα