Στα περίχωρα της Σπάρτης ένας αστικός θρύλος επιμένει να κρατά ξάγρυπνο το μικρό νεκροταφείο της Ριβιώτισσας. Πρωταγωνιστής του ένας χασάπης που, σύμφωνα με τον θρύλο, σκότωσε τη γυναίκα του και παραδόθηκε στις αρχές. Μα ο θάνατος δεν στάθηκε αρκετός για να τον απομακρύνει από τον τόπο όπου εξακολουθεί να περιπλανιέται ανατρέποντας καντήλια και εικόνες, σαν να αποζητά ανάμεσα στους τάφους λύτρωση από μια ατέρμονη τιμωρία.
Κάποιες ιστορίες δεν χρειάζονται ερειπωμένα κάστρα, απόκρημνες χαράδρες ή εγκαταλειμμένα μοναστήρια για να φιλοξενήσουν μια σκοτεινή ιστορία. Μπορεί να βρίσκονται λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από μια πόλη, πίσω από σπίτια και αυλές, δίπλα σε δρόμους που διασχίζουμε καθημερινά χωρίς να υποψιαζόμαστε πως η γη που πατάμε ίσως κάποτε ποτίστηκε με το αίμα κάποιου ανθρώπου. Η Ριβιώτισσα, ένας μικρός οικισμός στα περίχωρα της Σπάρτης, έχει μια τέτοια ιστορία να διηγηθεί, μια παλιά αφήγηση που δεν συνδέεται με κάποιον παλιό πόλεμο, με κρυμμένο θησαυρό ή με μια αδικία που χάθηκε στα βάθη των αιώνων, αλλά μ’ ένα έγκλημα τόσο σκληρό που η ανάμνησή του και μόνο δεν αφήνει την ψυχή του θύτη να γαληνέψει…
Το νεκροταφείο της Ριβιώτισσας είναι το σκηνικό του θρύλου του χασάπη. Κι αν η ιστορία του έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας μέσα από δημοσιεύματα και αναπαραγωγές της ίδιας αφήγησης, ο πυρήνας της παραμένει ανατριχιαστικά λιτός: ένας άντρας, ένα μαχαίρι και μια γυναίκα που δεν επέστρεψε ποτέ ζωντανή στο σπίτι της. Ο Ιωάννης Κουκούτσης, όπως αναφέρεται στις διηγήσεις, ήταν κρεοπώλης στο επάγγελμα. Η εργασία του απαιτούσε καθημερινή εξοικείωση με τη λεπίδα, μ’ εκείνη την επαναλαμβανόμενη, σχεδόν μηχανική κίνηση που χωρίζει το κρέας και προετοιμάζει το σφάγιο. Το μαχαίρι ήταν το εργαλείο της βιοποριστικής του καθημερινότητας, το αντικείμενο που ήξερε να χειρίζεται με ακρίβεια και σιγουριά. Τίποτα ωστόσο δεν μαρτυρούσε πως το ίδιο αυτό εργαλείο θα γινόταν το φονικό όπλο ενός εγκλήματος.
Σύμφωνα με τον θρύλο, ένα βράδυ που ο Κουκούτσης επέστρεψε σπίτι, δεν έπεσε για ύπνο, ως συνήθως, αντιθέτως έπιασε τη λαβή του μαχαιριού του με το ένα χέρι και με το άλλο άρπαξε τη γυναίκα του απ’ τα μαλλιά. Η λεπίδα βρήκε τον λαιμό της, αποκεφαλίζοντας την έντρομη γυναίκα. Λίγο μετά, παραδόθηκε από μόνος του στις αρχές, δεν εξήγησε όμως ποτέ τι τον οδήγησε σε αυτή την απάνθρωπα αποτρόπαια πράξη. Έτσι, το κενό που άφησε αναπάντητο το πραγματικό περιστατικό έγινε ένα από τα σκοτεινότερα σημεία αυτού του θρύλου, το ανεξήγητο φονικό στοιχειώνει τις λαϊκές αφηγήσεις ακριβώς όπως η μολυσμένη ψυχή του χασάπη στοιχειώνει τα μάρμαρα του νεκροταφείου τις Ριβιώτισσας.
Το έγκλημα θα μπορούσε να είχε μείνει μια τραγική υπόθεση, από εκείνες που καταγράφονται σε κάποιο αστυνομικό αρχείο και ξεχνιούνται μόλις ο φάκελος της υπόθεσης καλυφθεί από σκόνη. Στη Ριβιώτισσα, όμως, η ιστορία πήρε άλλη τροπή. Όταν και ο Κουκούτσης πέθανε, αντί η ιστορία να ξεχαστεί, πήρε νέα πνοή και το νεκροταφείο της Ριβιώτισσας απέκτησε έναν απρόσκλητο επισκέπτη. Οι διηγήσεις θέλουν το φάντασμα του χασάπη να εμφανίζεται μετά τα μεσάνυχτα, να περιπλανιέται ανάμεσα στους τάφους και να προκαλεί αναστάτωση στους χώρους. Αν και κανείς δεν τον έχει δει, φροντίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Λέγεται πως ρίχνει κάτω τα καντήλια και τις εικόνες, αναποδογυρίζει ό,τι έχει τοποθετηθεί με φροντίδα πάνω στους τάφους διαταράσσοντας τη σιωπή και την τάξη του κοιμητηρίου. Η παράδοση αποδίδει αυτή την παράξενη συμπεριφορά στις τύψεις που εξακολουθούν να τον βασανίζουν για το έγκλημά του. Ο άνθρωπος που στέρησε τη ζωή από τη γυναίκα του επιστρέφει στον τόπο των νεκρών, όχι για να αναζητήσει εκείνη, αλλά για να εκτονώσει έναν θυμό που δεν έσβησε ποτέ.
Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα παράδοξο σε αυτή την εικόνα. Το καντήλι, με το μικρό του φως είναι ένα από τα πιο οικεία σύμβολα της ελληνικής ταφικής παράδοσης. Ανάβει για εκείνον που έφυγε, για να μη μείνει ο τάφος του παραδομένος στο σκοτάδι και στη λησμονιά. Οι εικόνες, τα λουλούδια, όλα αποτελούν πράξης αγάπης που περνούν τα σύνορα του θανάτου. Κάποιος έρχεται, σκύβει πάνω από το μνήμα, τακτοποιεί, καθαρίζει, ανάβει το καντήλι και απομακρύνεται, αφήνοντας πίσω του ένα μικρό σημάδι πως ο νεκρός εξακολουθεί να έχει θέση στη ζωή των ζωντανών. Κι ύστερα, μια όντοτητα περνά μέσα στη νύχτα και τα ανατρέπει όλα. Το φως σβήνει, η εικόνα πέφτει, η φροντίδα σβήνεται. Σαν ο νεκρός που περιπλανιέται εκεί να μην αντέχει να βλέπει τους άλλους ν’ αναπαύονται, ενώ ο ίδιος παραμένει αλυσοδεμένος σε αιώνια καταδίκη.
Ίσως γι' αυτό ο συγκεκριμένος θρύλος έχει διατηρήσει μια τόσο ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στις ιστορίες της περιοχής. Δεν περιγράφει ένα φάντασμα που εμφανίζεται για να προειδοποιήσει τους ζωντανούς ή να τους αποκαλύψει κάποιο κρυμμένο μυστικό. Δεν υπάρχει θησαυρός που πρέπει να βρεθεί, ούτε κάποια παλιά υπόσχεση που περιμένει να εκπληρωθεί. Η μορφή του χασάπη επιστρέφει με μοναδικό φορτίο το ίδιο του το έγκλημα. Η περιπλάνησή του δεν οδηγεί σε κάθαρση, δεν αποκαθιστά την αδικία, δεν αλλάζει τίποτε από όσα συνέβησαν. Επαναλαμβάνει μονάχα, μέσα στον χώρο του νεκροταφείου, μια κατάσταση ταραχής που δεν βρίσκει τέλος. Η τιμωρία του, όπως την πλάθει η λαϊκή φαντασία, δεν είναι η εμφάνιση κάποιου εκδικητικού πνεύματος, αλλά η αδυναμία ν’ απομακρυνθεί από τη μνήμη της πράξης του.
Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς άρχισε να κυκλοφορεί η ιστορία, ούτε πόσες διαφορετικές εκδοχές της διασώθηκαν από στόμα σε στόμα. Δεν έχουμε τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν τις λεπτομέρειες της εγκληματικής υπόθεσης, όπως αναπαράγονται στις σύγχρονες δημοσιεύσεις. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι πως ο θρύλος έχει συνδεθεί σταθερά με το νεκροταφείο της Ριβιώτισσας και με το όνομα του Ιωάννη Κουκούτση, διατηρώντας ζωντανή μια ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στο πραγματικό έγκλημα και στη μεταφυσική του συνέχεια.
Όταν η νύχτα προχωρά και τα σπίτια της Ριβιώτισσας κλείνουν τις πόρτες τους, το νεκροταφείο παραμένει ένας τόπος αφιερωμένος στη σιωπή. Τα μνήματα στέκουν αγέρωχα, τα καντήλια περιμένουν το επόμενο άναμμα και οι εικόνες εξακολουθούν να φυλούν τους ανθρώπους που αναπαύονται κάτω από την πέτρα. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν κάποτε κάποιος άκουσε πράγματι βήματα ανάμεσα στους τάφους ή αν είδε μια σκιά να σκύβει πάνω από ένα καντήλι. Η λαϊκή αφήγηση, όμως, πλάθει μια εικόνα που δύσκολα αποβάλλεται: έναν άνθρωπο που επιστρέφει κάθε νύχτα στον τόπο των νεκρών, αναστατώνοντας τα σημάδια της αγάπης τους, λες και καμία γαλήνη δεν μπορεί να υπάρξει γύρω του όσο η ψυχή του καίγεται από το αμάρτημα του φονικού.
Κι όταν το πρωί οι ζωντανοί επιστρέφουν στους τάφους των δικών τους για να ανάψουν ξανά το καντήλι που έσβησε ή να σηκώσουν την εικόνα που βρέθηκε πεσμένη, η ιστορία του χασάπη εξακολουθεί να περιμένει πίσω από την πύλη του κοιμητηρίου. Γιατί ο θρύλος της Ριβιώτισσας δεν μιλά μονάχα για έναν άνθρωπο που δεν βρήκε ανάπαυση μετά τον θάνατό του. Μιλά για το βάρος μιας πράξης που δεν μπορεί να διορθωθεί, για μια ζωή που χάθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι και για μια σκιά που εξακολουθεί να επιστρέφει εκεί όπου κανείς δεν υπάρχει για ν’ ανάψει το δικό του καντήλι. Αυτή η μακάβρια επιστροφή δεν είναι καν το πιο βασανιστικό κομμάτι της τιμωρίας του. Το πραγματικό μαρτύριο κρύβεται στη συνειδητοποίηση πως, κάθε φορά που τα καντήλια βρίσκονται σβηστά και οι εικόνες πεσμένες, η αιματοβαμμένη ιστορία του ξαναρχίζει από την αρχή.
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




