Ο δρόμος στενεύει όσο πλησιάζεις προς το άκρο της Μάνης, όχι μόνο ως γεωγραφική συνθήκη αλλά ως σταδιακή μετατόπιση της εμπειρίας του χώρου, σαν να απογυμνώνεται το τοπίο από οτιδήποτε περιττό και να μένει μόνο ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο: πέτρα, άνεμος και θάλασσα. Καθώς βαδίζω προς το Ταίναρο, η αίσθηση αυτή γίνεται όλο και πιο έντονη. Το βλέμμα δεν έχει πού να σταθεί πέρα από τον ορίζοντα και ο ήχος της θάλασσας καλύπτει κάθε άλλη λεπτομέρεια. Τα βήματά μου με οδηγούν μπροστά σε διάσπαρτα ερείπια που εύκολα θα μπορούσε κανείς να προσπεράσει, ακόμα πιο εύκολα να μην αντιληφθεί καν τι πραγματικά υπήρξε κάποτε σε τούτα τα ιερά χώματα.
Κι όμως, εδώ βρισκόταν κάποτε το ιερό του Ταινάριου Ποσειδώνα, ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά κέντρα της νότιας Λακωνίας κατά την αρχαιότητα. Οι αρχαίες μαρτυρίες, από τον Παυσανία έως γεωγράφους και περιηγητές, αναφέρονται σε αυτόν τον τόπο λατρείας του Ποσειδώνα με ιδιαίτερο σεβασμό, καθώς ήταν σημαντικός όχι μόνο για τους κατοίκους της περιοχής αλλά και για όσους κινούνταν θαλάσσια γύρω από το επικίνδυνο, απόκρυμνο αυτό άκρο της Πελοποννήσου. Το Ταίναρο, ήδη από την αρχαϊκή και κλασική περίοδο, λειτουργεί ως σημείο αναφοράς: εδώ υπήρχε ένα ιερό που φιλοξένησε αμέτρητους διαβάτες και προσκυνητές, εδώ έμειναν να πλανώνται στον αέρα όνειρα, μαντείες και ερμηνείες.
Η επιλογή του Ποσειδώνα ως κυρίαρχη θεότητα δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, αλλά δεν είναι και μονοσήμαντη. Ο Ποσειδώνας δεν είναι μόνο ο θεός της θάλασσας, είναι και «Ενοσίχθων», αυτός που κινεί τη γη, που ανοίγει ρήγματα, που συνδέεται με τα βάθη, με το ασταθές, ακόμα και με το ανεξέλεγκτο. Σ’ ένα σημείο όπως το Ταίναρο, όπου η στεριά τελειώνει απότομα και η θάλασσα ξανοίγεται ως το τέρμα του ορίζοντα, αυτή η διάσταση του θεού αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο προστάτης των ναυτικών μετατρέπεται σε μια δύναμη που απαιτεί εξευμενισμό.
Στην περίπτωση του Ταινάρου, η λειτουργία του ιερού δεν περιοριζόταν στη λατρεία με τη στενή της έννοια, αλλά επεκτεινόταν και σε πρακτικές που σχετίζονται με την αναζήτηση γνώσης μέσα από το όνειρο. Αρχαίες αναφορές συνδέουν τον χώρο με ονειρομαντικές πρακτικές, καθιστώντας τον ένα από τα λιγότερο γνωστά, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα νεκρομαντεία της αρχαίας Ελλάδας. Η διαδικασία, όπως διασώζεται αποσπασματικά, φαίνεται να περιλάμβανε την παραμονή του πιστού στον χώρο του ιερού, πιθανότατα μετά από κάποια μορφή προετοιμασίας ή κάθαρσης, με στόχο την επίτευξη ενός ονείρου που θα ερμηνευόταν ως θεϊκό μήνυμα. Σ’ έναν τόπο που ήδη νοούνταν ως μεταίχμιο ανάμεσα σε κόσμους, η πρακτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία: το όνειρο λειτουργεί ως ενδιάμεσος χώρος, ένας τόπος όπου το ανθρώπινο και το θείο μπορούν να συναντηθούν χωρίς να παραβιαστεί πλήρως η απόσταση που τα χωρίζει. Το Ταίναρο μετατρέπεται έτσι σε κάτι παραπάνω από ένα ακόμα πέρασμα στον Κάτω Κόσμο. Γίνεται ένας τόπος όπου το αόρατο μπορούσε να γίνει αντιληπτό, έστω και για λίγο, μέσα από ιερές ονειροβασίες.
Την ίδια στιγμή, ο τόπος αυτός φέρει ένα ακόμη βάρος: σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, εδώ βρισκόταν μία από τις εισόδους του Άδη. Οι αναφορές αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης γεωγραφίας του κάτω κόσμου στην ελληνική μυθολογία. Στο Ταίναρο τοποθετείται η κάθοδος του Ηρακλή για την αρπαγή του Κέρβερου, αλλά και το πέρασμα του Ορφέα, που επιχειρεί να διαρρήξει την τελεσιδικία του θανάτου της αγαπημένη του Ευριδίκης. Οι αφηγήσεις αυτές σπάνε τα όρια της μυθολογικής αφήγησης και συγκροτούν μια αντίληψη του τόπου ως υπερφυσικού ορίου, ως σημείου μετάβασης ανάμεσα στον υλικό και πνευματικό κόσμο. Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, το ιερό του Ποσειδώνα συνυπάρχει με την πύλη του Άδη μέσα σ ένα ενιαίο συμβολικό πεδίο, τα νήματα του οποίου κρατούν άρρηκτα ενωμένα θάλασσα, γη και υπέδαφος.
Αρχαιολογικά, ο χώρος δεν έχει αποκαλυφθεί πλήρως, γεγονός που καθιστά την ανασύνθεση της μορφής του ιερού αποσπασματική. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι υπήρχαν κτιριακά κατάλοιπα, δεξαμενές νερού και ενδείξεις οργανωμένης δραστηριότητας γύρω από τον ναό, στοιχεία που δείχνουν ότι δεν επρόκειτο για ένα απομονωμένο ιερό αλλά για έναν λειτουργικό κόμβο. Η σταδιακή παρακμή του συνδέεται, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, με τις αλλαγές στη θρησκευτική πρακτική κατά την ύστερη αρχαιότητα και την επικράτηση του χριστιανισμού.
Κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη μετάβαση που δεν αποτυπώνεται πάντα με ακρίβεια στις πηγές, ο χώρος μετασχηματίζεται. Δεν διαθέτουμε συγκεκριμένη χρονολογία για τη στιγμή που το ιερό του Ποσειδώνα εγκαταλείπεται πλήρως ή για το πότε ακριβώς ανεγείρεται το εκκλησάκι των Ασωμάτων. Η αρχαιολογική και ιστορική έρευνα συγκλίνει στο ότι πρόκειται για μεταγενέστερη, πιθανότατα μεταβυζαντινή κατασκευή, η οποία αξιοποιεί υλικά από τον αρχαίο ναό. Η πρακτική αυτή, η επαναχρησιμοποίηση αρχαίων δομικών στοιχείων σε χριστιανικά κτίσματα, δεν είναι κάτι σπάνιο, ωστόσο εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, γιατί δεν αφορά μόνο την ύλη αλλά και τη λειτουργία του χώρου.
Το εκκλησάκι είναι αφιερωμένο στους Ασώματους, δηλαδή στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι οποίοι στη λαϊκή παράδοση προσδιορίζονται όχι μόνο ως αγγελιοφόροι του θείου αλλά ως όντα άυλα, υπάρξεις χωρίς σώμα, που κινούνται πέρα από τους περιορισμούς της υλικότητας. Η επιλογή αυτής της αφιέρωσης δεν μπορεί ν’ αποδειχθεί ότι συνδέεται συνειδητά με το παρελθόν του χώρου, ωστόσο η σύμπτωση είναι εντυπωσιακή. Ένας τόπος που συνδέθηκε με τα βάθη της γης, με περάσματα προς έναν αόρατο κόσμο, επανανοηματοδοτείται μέσα από μορφές που επίσης ανήκουν στο άυλο.
Η λειτουργία του χώρου ως σημείου επαφής με το άγνωστο δεν περιορίζεται μόνο στις μυθολογικές αφηγήσεις για την κάθοδο στον Άδη ή στις ονειρομαντικές πρακτικές που φαίνεται να συνδέονται με τη λατρεία του Ποσειδώνα, αλλά αποκτά μια βαθύτερη συνοχή αν τον δει κανείς ως τόπο όπου το υλικό και το άυλο συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι, μετά την παρακμή των αρχαίων λατρειών και την επικράτηση του χριστιανισμού, ο χώρος αυτός δεν εγκαταλείπεται αλλά μετατρέπεται σε ναό των Ασωμάτων, αφιερωμένο δηλαδή σε ουράνιες, άυλες δυνάμεις, σε υπάρξεις που, όπως και οι χθόνιες οδοί της αρχαιότητας, κινούνται πέρα από την ανθρώπινη εμπειρία του σώματος. Το ίδιο το εκκλησάκι, χτισμένο μέσα στον βράχο, σχεδόν ενσωματωμένο στο φυσικό τοπίο, εντείνει αυτή την αίσθηση: ένας ναός αφιερωμένος στο άυλο, τοποθετημένος στο εσωτερικό της γης, σ’ ένα σημείο που ήδη από την αρχαιότητα συνδέθηκε με ανοίγματα προς κάτι βαθύτερο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ποσειδώνας δεν λειτουργεί μόνο ως θαλάσσια θεότητα, αλλά ως μορφή που συνδέεται με τα βάθη, με το αστάθμητο, μ’ εκείνο το ρευστό στοιχείο που στην ανθρώπινη εμπειρία αποδίδεται συχνά στο όνειρο και στην πλάνη. Ακόμη και οι επιμέρους παραδόσεις που σχετίζονται με μορφές όπως ο Αρίων, ο κιθαρωδός που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, σώζεται από τη θάλασσα με τρόπο σχεδόν υπερφυσικό και εικάζεται ότι κάποτε το άγαλμά του δέσποζε στην είσοδο του ναού, δείχνουν ότι το υδάτινο στοιχείο εδώ δεν λειτουργεί μόνο ως φυσικό περιβάλλον αλλά ως μέσο μετάβασης, διάσωσης ή και αποκάλυψης. Έτσι, ο τόπος αυτός μοιάζει να συγκεντρώνει πολλαπλές εκδοχές της ίδιας ιδέας: ότι το πέρασμα, είτε προς τον κάτω κόσμο είτε προς το άυλο, απαιτεί ένα ενδιάμεσο στοιχείο, και στο Ταίναρο αυτό το στοιχείο είναι διαρκώς παρόν.
Καθώς στέκομαι στον χώρο και αφουγκράζομαι τα αλμυρά κύματα ανάμεσα σε πέτρες που έχουν ήδη ζήσει διπλή ζωή, ως μέρος ενός αρχαίου ναού και ως δομικό υλικό ενός χριστιανικού, είναι δύσκολο να μην βιώσω στα βάθη της ψυχής μου την πνευματική εμπειρία από αυτό το μυθολογικό και θρησκευτικό δέος. Ο λαογραφικός πλούτος της Μάνης έρχεται να επιβεβαιώσει μέσα από τη σιωπή του χρόνου ότι ορισμένα μέρη κουβαλούν τη φωνή της αφήγησης ακόμα και στην πιο ασήμαντη πέτρα.
Καθώς προχωρώ με το βλέμμα στραμμένο προς το βραχώδες μονοπάτι που οδηγεί στον φάρο του Ταίναρου, γίνεται σαφές ότι αυτό το μέρος είναι ένας ενδιάμεσος σταθμός, ένα σημείο πριν από το πέρασμα στην άλλη πλευρά του ονείρου, της ζωής, της αφήγησης. Είναι η ανάσα πριν την κραυγή της αποκάλυψης: εδώ, τίποτα και κανείς δεν πέθανε πραγματικά, παρά ζουν αιώνια στα φυλακισμένα όνειρα των διαβατών.
Ό,τι διαβάσατε εδώ, ίσως να είναι απλώς μια ακόμα ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




