Του Παναγιώτη Αθανασούλια
Στις 2 Μαρτίου του έτος 1994, στην τότε κυκλοφορούσα ημερήσια τοπική εφημερίδα της Σπάρτης «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ», που εξέδιδε ο αείμνηστος Νικόλαος Σούστας, στη σελίδα «ΛΑΚΩΝΙΚΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΝΕΑ» και ειδικότερα στη «ΣΤΗΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ», ο γνωστός Λάκωνας εκπαιδευτικός και ιστορικός Γιάννης Χ. Ρουμελιώτης, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του έργου «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΛΑΚΩΝΙΑ», δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για την παρουσία του Ιμπραήμ στην περιοχή της Σπάρτης και της Φάριδας, κατά την γνωστή, καταστροφική για την επανάσταση του 1821, εκστρατεία του, μετά την απόβαση των στρατευμάτων του στη Μεθώνη, το έτος 1825. Με τίτλο λοιπόν «Ο Μπραήμης… ορειβάτης στον Ταΰγετο και το Ανάθεμά του» και με ανώτιτλο «Στο περιθώριο της ιστορίας» ο Γιάννης Ρουμελιώτης ανέφερε περιστατικά τα οποία με εντυπωσίασαν ως μια άγνωστη, σε μένα τουλάχιστον, ιστορική σελίδα ιδιαίτερου τοπικού ενδιαφέροντος και η εντύπωσή μου αυτή με ώθησε να την επικαιροποιήσω και να την καταστήσω γνωστή σε όσους αγνοούν τα περιστατικά αυτά σήμερα. Ό,τι από εδώ και κάτω αναφέρεται αποτελεί πιστή αντιγραφή από το αρχικό αυτό κείμενο και έχει ως εξής:
«Η Λακωνία, πριν ακόμη να κηρυχθεί η επανάσταση του 1821 είχε απαλλαγεί από τους Τ ο υ ρ κ α λ β α ν ο ύ ς που είχαν εγκατασταθεί μετά από το 1715. Τρομοκρατημένοι από τις φήμες που διαδίδονταν έσπευσαν να κλεισθούν στα φρούρια της Τρίπολης και της Μονεμβάσιας. Έκτοτε και μέχρι το 1825 η Λακωνία ήταν «εκτός πεδίου μάχης». Και μπόρεσαν οι Λάκωνες να οργανώνουν τμήματα επιμελητείας και να συγκροτούν στρατόπεδα, ώστε να βοηθούν τους μαχόμενους σε άλλους νομούς.
»Το 1825 όμως, όταν ο Ιμπραήμ αποβιβάσθηκε στη Μεσσηνία και άρχισε τις επιδρομές στην Πελοπόννησο, για να καταστείλει την επανάσταση, αφού ο Σουλτάνος τον είχε διορίσει «Βαλή Κρήτης και Μορέως», η Λακωνία υπέστη δύο μπραήμικες καταστρεπτικές επιδρομές. Την πρώτη το καλοκαίρι του 1825 και τη δεύτερη το 1826 επίσης το καλοκαίρι.
»Και με τις δύο αυτές εκστρατείες του δεν μπόρεσε βέβαια να υποτάξει τη Λακωνία, έπιασε όμως πολλές εκατοντάδες γυναικόπαιδα πάνω από πεντακόσια, τα οποία οδήγησε ως αιχμαλώτους στα στρατόπεδα της Μεσσηνίας και από εκεί τα έστειλε στα σκλαβοπάζαρα της Μέσης Ανατολής. Έκοψε δένδρα, έκαψε δάση, σπίτια, χωριά, λήστεψε νοικοκυριά και άρπαξε πάρα πολλά οικιακά ζώα. Γι’ αυτό και έμειναν στη λαϊκή παράδοση ως «μπραήμικες επιδρομές» συμβολίζοντας δηλαδή τη βαρβαρότητα και τη γενική καταστροφή.
»Όμως μέσα στην καταστροφική που σκόρπιζε καταιγίδα ο Αιγύπτιος στρατάρχης, υπήρχαν και στιγμές μέσα στο είναι του ο άνθρωπος με το εξουδετέρωμα των φονικών του ενστίκτων, αφού σκότωσε αιχμαλώτους και λιποτάκτες «ιδία χειρί». Το ξύπνημα του ανθρώπινου εαυτού του πραγματοποιήθηκε μόλις στάθμευσε στο Μαχμούτμπεη και αντίκρυσε το ποικιλόμορφο πανόραμα του Ταϋγέτου, που επόπτευε σαν αρχαίος έφορος Σπαρτιάτης ολόκληρη την πεδιάδα της Λακωνίας. Άλλωστε οι ευρωπαίοι παιδαγωγοί του είχαν φροντίσει να τον διδάξουν όλη την αρχαία Ελληνική ιστορία από την οποία εντυπωσιάσθηκε και ιδιαίτερα με τον Μέγα Αλέξανδρο, τον οποίο εθαύμαζε και προσπαθούσε να μιμηθεί και στην ιδιωτική του ζωή. Μια τέτοια εκδήλωση ονειροφαντασίας είναι αυτό, που έκανε στην Αρκαδία. Παντρεύτηκετην κόρη του Θεόδωρου Τσαμπακόπουλου από τη Βυτίνα, «Αλέξανδρος μετά της Ρωξάνης». Και συγχρόνως πάντρεψε τις ωραιότερες από τις αιχμάλωτες ελληνίδες με τους μπέηδες και αγάδες της ακολουθίας του. Έτσι προσπάθησε να μιμηθεί τους γάμους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για να ικανοποιήσει ασφαλώς τον άλλο εαυτό του, που ήταν απαλλαγμένος από τα επακόλουθα του πολέμου. Μπορούσε να ξεκινούσε από εγωϊσμό ή από φιλιδοξία. Όμως δείχνει και μια άλλη όψη.
»Αφού λοιπόν ήθελε να παριστάνει το Μέγα Αλέξανδρο, καθόλου παράδοξο να ήθελε να παραστήσει και τον ορειβάτη, μια και ο Ταϋγετος του πρόσφερε μια τέτοια ευκαιρία. Βέβαια υπάρχει και η άλλη εκδοχή, την οποία υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ότι ήθελε δηλαδή να σχηματίσει μια εικόνα της Μάνης, την οποία επιδίωκε να υποτάξει: «Ετέθη επικεφαλής ισχυρότατου σώματος και ώδευσεν από της επάνω από τον Μυστρά Αναβρυτής και της επί του Ταϋγέτου Κακής Σκάλας, αλλά πλησίον της Ανδρούβιστας ευρήκε επίμονον αντίστασιν και ηναγκάσθη να ο π ι σ θ ο δ ρ ο μ ή σ ε ι και ανήλθεν εις τας κορυφάς του Ταϋγέτου από άλλης θέσεως. Είχεν εκείθεν ενώπιόν του τον ορίζοντα μεγάλου τμήματος της Μάνης, την οποία επιθυμούσε να θέσει υπό την βαρείαν του παλάμην» (Διον. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. 10, σελ.169). Έχουμε όμως και άλλη εκδοχή. Με το τμήμα που πήρε μαζί του, καταδίωξε τους κατοίκους του Ξηροκαμπίου και των γύρω χωριών, που είχαν ζητήσει ασφάλεια στη Βασιλική Ταϋγέτου και ειδικά στον Άγιο Δημήτρη στη θέση Μπουζιά. Μέχρι εκεί έφτασε ο Ιμπραήμ με τους στρατιώτες του. Από εκεί ο ίδιος με μικρή συνοδεία συνέχισε την ανάβαση μέχρι την ψηλότερη κορφή του Αγίου Ηλία.
»Και έτσι του δόθηκε η ευκαιρία και να απολαύσει το θέαμα, που προσφέρουν τα 2409 μέτρα ύψος, και να κατοπτεύσει και τις οροσειρές, που διασχίζοντας τη Μάνη φτάνουν μέχρι το Ταίναρο. Αλλά σύγχρονα ικανοποιήθηκε και σαν ……. ορειβάτης.
»Η επιστροφή στο Μεχμέτμπεη έγινε από τον Άγιο Δημήτρη, γεγονός που μας το επιβεβαιώνει το ανάθεμα, που συναντά κανείς και σήμερα εκεί. Προκειται για ένα μεγάλο σωρό από πέτρες, ο οποίος σχηματίστηκε από τις πέτρες των διαβατών, που έρριχναν και ρίχνουν και σήμερα, αναθεματίζοντας τους Τούρκους ή τον Ιμπραήμ. Γι’ αυτό και λέγεται «Ανάθεμα των Τούρκων ή Ανάθεμα του Μπραήμη».
Υ.Γ. Ο Ιμπραήμ γεννήθηκε το 1789 και πέθανε το 1848. Ήταν μικρού αναστήματος, με κόκκινα μαλλιά και ευλογιοκομμένο το πρόσωπό του. Ήταν άριστος ιππέας και εξαιρετικός στρατηγός. Όταν ήλθε στην Πελοπόννησο ήταν μόλις τριανταέξι χρόνων. Μπορούσε λοιπόν να κάνει ορειβασίες.»
*Για το εισαγωγικό σημείωμα και την περαιτέρω αντιγραφή Παναγιώτης Αθανασούλιας




