Δεν έχεις νιώσει πώς είναι να σε αγκαλιάζει στον κόρφο του ένας τόπος, να σε κλείνει μέσα του και να σε κάνει ένα με την αύρα του, αν δεν έχεις διαβεί την είσοδο του βράχου της Μονεμβασιάς. Ακούγεται υπερφυσικά ρομαντικό, όμως κάθε φορά που εισέρχομαι στον βράχο και αφήνω πίσω μου τη γέφυρα, νιώθω ν’ ανατριχιάζω καθώς ο χώρος κλείνει αργά γύρω μου μ’ εκείνη τη βαριά ευθύνη των τόπων που έζησαν πολλά και ορκίστηκαν να τα φυλάσσουν. Τα στενά σοκάκια δεν παραδίνονται εύκολα στο βλέμμα μου, στρίβουν απότομα, στενεύουν, υψώνονται, οδηγούν σε αυλές που αντιστέκονται στο σήμερα και μένουν πεισματικά πιστές στα φαντάσματα των παλιών τους ενοίκων. Τα σπίτια κοιτούν προς τα μέσα, σε μια συμφωνία πως δεν είναι να βγαίνουν παραέξω όσα συνέβησαν εδώ. Και όσο ανηφορίζω μέσα στην καστροπολιτεία, ανάμεσα σε πέτρα, αλάτι και σιωπή, τόσο πιο έντονη γίνεται η αίσθηση ότι η Μονεμβασιά είναι ένας τόπος που η ιστορία του χάρισε ίσως την πιο σημαντική και συνάμα την πιο βαριά ευθύνη: να μην αφήσει την ηχώ του παρελθόντος να δραπετεύσει από την πέτρα.
Η γέννηση της πόλης εξηγεί απόλυτα αυτή την αίσθηση. Χτισμένη πάνω στον αποκομμένο βράχο που, σύμφωνα με την παράδοση, αποσπάστηκε από την απέναντι στεριά έπειτα από μεγάλο σεισμό του 375 μ.Χ., η Μονεμβασιά υπήρξε για αιώνες μία από τις ισχυρότερες καστροπολιτείες του βυζαντινού κόσμου. Ο ίδιος ο βράχος, μήκους περίπου 1,8 χιλιομέτρων και υψωμένος απότομα πάνω από τη θάλασσα, λειτουργούσε ως φυσικό φρούριο ήδη πριν οχυρωθεί συστηματικά από τους Βυζαντινούς. Η πρώτη οργανωμένη εγκατάσταση συνδέεται με πληθυσμούς που κατέφυγαν εδώ τον 6ο αιώνα, όταν οι σλαβικές επιδρομές και η γενικότερη αστάθεια της εποχής ανάγκασαν πολλούς κατοίκους της Λακωνίας να αναζητήσουν ένα ασφαλές καταφύγιο. Η ίδια η ονομασία της, «μόνη έμβασις», δηλώνει το στοιχείο που καθόρισε τη μοίρα της: μία και μοναδική είσοδος, ένας τόπος που μπορούσε να αποκλείσει τον έξω κόσμο και παρ’ όλ΄αυτά ν’ αντέξει. Και πράγματι, άντεξε. Βυζαντινοί, Φράγκοι, Ενετοί και Οθωμανοί πέρασαν από εδώ, αφήνοντας πίσω τους νήματα ιστορίας που δεν ξεθώριασαν ποτέ, μήτε όμως την καθόρισαν και ποτέ ολοκληρωτικά. Στην ακμή της, η Μονεμβασιά υπήρξε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο της ανατολικής Μεσογείου, γνωστή ακόμη και στη Δύση για το περίφημο «Μαλβαζία» κρασί της, που ταξίδευε από το λιμάνι της μέχρι τα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια του Μεσαίωνα. Και ίσως γι’ αυτό η Μονεμβασιά δεν πρόκειται ποτέ ν’ αφεθεί ολοκληρωτικά στο παρόν. Είναι ένας τόπος που ανήκει στο φως του ήλιου, στα λιθόστρωτα καλντερίμια, στα πέτρινα τείχη μιας νοσταλγικής εποχής.
Μιας εποχής όπου οι θρύλοι δεν ήταν ακόμα θρύλοι, γιατί ακόμα δεν είχαν μπει στο χρονοντούλαπο της μνήμης. Μιας εποχής όπου οι θρύλοι, όπως αυτός της όμορφης Ρωξάνης, δεν ήταν παρά μια πτυχή της σκληρής καθημερινότητας των τότε ανθρώπων. Δεν ξέρω αν αυτός ο θρύλος έχει κάποια ιστορική υπόσταση, όμως ξέρω πως διασώθηκε ακριβώς επειδή συμπύκνωσε μέσα του όλα όσα μπορούσαν να γεννηθούν σ’ έναν τόπο κλειστό, πολιορκημένο και βαθιά δεμένο με την έννοια της τιμής. Τη Ρωξάνη ο θρύλος την θέλει ως την «Ωραία Ελένη» της Μονεμβασιάς, την πιο όμορφη, ξακουστή σε ολόκληρο τον Μοριά για τα κάλλη της. Και όπως μια ημίθεη πρέπει να έχει το δικό της τραγούδι να τη συντροφεύει, έτσι και η αφήγηση της Ρωξάνης έχει τον ρυθμό που αρμόζει σε μια λαϊκή αφήγηση σημαδεμένη από τη μοίρα, έναν ρυθμό που επιμένει στους αριθμούς όπως τα δηματικά τραγούδια όταν θέλουν να δώσουν φωνή στο ριζικό: εφτά αδέλφια, δεκαεφτά ξαδέλφια και μια οικογένεια αρκετά ισχυρή ώστε κανείς να μην τολμά να σηκώσει βλέμμα πάνω της. Και όμως, όπως συμβαίνει συχνά στις παλιές αφηγήσεις, εκείνο που μοιάζει να είναι απαραβίαστα προφυλαγμένο, αυτό είναι ήδη με τη χειρότερη μοίρα καταδικασμένο.
Η μοιραία συνάντηση της Ρωξάνης με τον γιο του Χασάν Αγά συμβαίνει ένα κυριακάτικο πρωινό, την ώρα που πήγαινε με τη μητέρα της στην εκκλησία. Ήταν, λένε, όμορφος και παραχαϊδεμένος, μαθημένος να παίρνει ό,τι επιθυμούσε με το σπαθί του. Μα το πιο τραγικό στην ύπαρξή του, η ίδια η προοικονομία του θρύλου, ήταν το όνομά του: Δράκος. Ο Δράκος είδε τη Ρωξάνη και την πόθησε αμέσως. Κι από εκείνη τη στιγμή αρχίζει ένα κυνηγητό παρατήρησης και φόβου που μοιάζει να ξετυλίγεται μέσα στα στενά της καστροπολιτείας σαν σκηνή αρχαίας τραγωδίας.
Η μητέρα της Ρωξάνης, που τη «φύλαγε σαν το μαργαριτάρι», είναι η πρώτη που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Άλλωστε, στις λαϊκές αφηγήσεις, οι μητέρες είναι εκείνες που προαισθάνονται πάντοτε τα πάντα πριν από όλους. Βλέπει το τουρκόπουλο να περνά συχνά κάτω από τα παράθυρα, νιώθει τη σκιά να πλησιάζει πριν ακόμη πάρει μορφή, και προσπαθεί να προειδοποιήσει την κόρη της. «Φυλάξου, θυγατέρα, απ' το τουρκόπουλο και σ' έβαλε στο μάτι». Μα η Ρωξάνη απαντά μ’ εκείνη την αφελή βεβαιότητα που έχουν οι άνθρωποι πριν καταλάβουν ότι η μοίρα έχει ήδη κινηθεί: «Μη σκιάζεσαι, μανούλα μου, και δεν αποκοτάει μ' εφτά αδελφούς και δεκαεφτά ξαδέρφους». Πίσω της στέκουν οι άντρες της οικογένειας, τα αδέλφια και τα ξαδέλφια της, γεγονός που υποτίθεται πως εγγυάται την ασφάλεια και την τιμή της. Κι όμως, όσο περισσότερο ο ρυθμός της αφήγησης επιμένει σε αυτή τη δύναμη, τόσο πιο καθαρά διαφαίνεται ότι τίποτα δεν θα μπορέσει ν’ αποτρέψει ό,τι έρχεται.
Κι ύστερα πέφτει η νύχτα... Μια νύχτα που στον θρύλο περιγράφεται σαν μεταφυσική συνωμοσία: ο άνεμος ουρλιάζει πάνω από τη Μονεμβασιά, οι δρόμοι αδειάζουν, οι ήχοι πνίγονται μέσα στην κακοκαιρία, και ο Δράκος σκαρφαλώνει στο παράθυρο της Ρωξάνης. Η εικόνα μοιάζει να βγαίνει κατευθείαν από δημοτικό τραγούδι ή από σκηνή σκοτεινού μεσαιωνικού παραμυθιού: η καστροπολιτεία κοιμάται και μια κοπέλα χάνεται δίχως κραυγή. Ο Δράκος την αρπάζει και την κλείνει στο κονάκι του, ενώ έξω οι φρουροί αγρυπνούν.
Το επόμενο πρωί, η μητέρα περιμένει τη Ρωξάνη να κατεβεί για την εκκλησία, όπως κάθε Κυριακή. Η ώρα περνά. Η σιωπή βαραίνει. Και όταν ανεβαίνει στην κάμαρή της και αντικρίζει το ανοιχτό παράθυρο και το άδειο κρεβάτι, ο θρύλος εισέρχεται οριστικά στον χώρο της τραγωδίας. Τ’ αδέλφια και τα ξαδέλφια της ορμούν στο κονάκι του Δράκου και δεν αφήνουν κανέναν ζωντανό. Ούτε εκείνον, ούτε τους φρουρούς του, κανείς δεν επιστρέφει στους δικούς του. Ούτε η Ρωξάνη όμως επιστρέφει. Γιατί η άμοιρη κοπέλα δεν τιμωρείται από κάποιον εχθρό, αλλά από τους ίδιους της τους ανθρώπους που υποτίθεται θα την προστάτευαν. Την αρπάζουν και την οδηγούν έξω από τα τείχη, στο βάραθρο του κάστρου, για να «ξεπλύνουν», όπως λέει η αφήγηση, την ντροπή της οικογένειας. Η εικόνα θυμίζει αρχαία τραγωδία όχι μόνο λόγω της σκληρότητας, αλλά κυρίως λόγω του αναπόφευκτου κακού. Η Ρωξάνη δεν έχει πια φωνή μέσα στον θρύλο, γίνεται ένα ατιμασμένο σώμα που οδηγείται παρά τη θέλησή του προς ένα τέλος ήδη αποφασισμένο. Το τέλος της ήταν γραμμένο στ’ άστρα από τη στιγμή που ο Δράκος την πρωτοαντίκρισε εκείνο το πρωινό…
Οι παλιοί έλεγαν πως για χρόνια οι διαβάτες που ανεβοκατέβαιναν τον δρόμο προς τη Μονεμβασιά άκουγαν, από το βάραθρο κάτω από τα τείχη, ήχους σαν κάποιος να θρηνεί. Βόγγους, αναστεναγμούς και πνιγμένα μοιρολόγια που ο αέρας έφερνε μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν έβλεπε τίποτα. Η φωνή, όμως, επέστρεφε. Η Ρωξάνη δεν στοιχειώνει τη Μονεμβασιά σαν φάντασμα. Τη στοιχειώνει με τη φωνή της, μια φωνή που ακόμα σπαράζει για την αδικία.
Καθώς περπατώ κοντά στα τείχη και ο αέρας ανεβαίνει απότομα από τη θάλασσα προς τον βράχο, σκέφτομαι πως ίσως οι θρύλοι να γεννιούνται ακριβώς έτσι: από τόπους που τους βαραίνει να κρατάνε μέσα τους όσα συνέβησαν -και η Μονεμβασιά είναι ένας τέτοιος τόπος. Ένας βράχος που έκλεισε μέσα του ζωές, φωνές, έρωτες και έχθρες, φόβους, ελπίδες και θανάτους, μέχρι που κάποια από αυτά χαράχτηκαν μόνιμα αποτυπώματα μέσα στις πέτρες της, έπαψαν να είναι παρελθόν και έγιναν θρήνος στον άνεμο του παρόντος.
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




